Θέατρο

H Donna Abbandonata ή πολύ με στενοχωρήσατε κύριε Γιώργο μου, με τα μάτια των Blog-busters…

Σάββατο βράδυ, στο θέατρο Vault γίνομαι μάρτυρας μιας εξομολόγησης. Κάπου ανάμεσα στα σεσουάρ και τις λακ, η Αρετή ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της. Αναπολεί την πρώτη στιγμή που γνώρισε τον Γιώργο της. Λάμπουν τα μάτια της από χαρά σαν θυμάται πώς τον γνώρισε και με μιας αυτά τα μάτια γεμίζουν δάκρυα στη σκέψη πως την εγκατέλειψε. Θυμώνει, χαμογελάει, ονειρεύεται, πονά.

Συμπαραστάτης, στον περίτεχνα πλεγμένο παραληρηματικό της λόγο, η Βάντα, η κομμώτρια. Ένα πρόσωπο που φέρει τον ρόλο του σωτήρα, ένα πρόσωπο με μεγάλες σιωπές και αμφίβολης ρεαλιστικής υπόστασης. Η Αρετή απευθύνεται συχνά στον Γιώργο πότε με παιδική ευγνωμοσύνη πότε με θυμό, μιλώντας για μια αγάπη μονοδιάστατη που άντεξε στον χρόνο, μια αγάπη που ανεξίτηλα τη σημάδεψε και την οδήγησε σταδιακά στην ψυχική της αποδόμηση. Και κάπως έτσι κουρασμένη, χωρίς συναισθηματικά αποθέματα, παραδίδεται στα «λεύκα» χέρια της Βάντας, αφήνοντας τον θεατή να επιλέξει σύμφωνα με το δικό του θυμικό ανάμεσα  εν τέλει στην  ύπαρξη ή την ανυπαρξία και της πιο μικρής λεπτομέρειας που βλέπει. Ένα έργο με πολλές αναγνώσεις κι αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η μαγεία του.

Το κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη βαθιά συγκινητικό και συνάμα άκρως ρεαλιστικό. Ιστορίες μοναχικών ανθρώπων, που από ανάγκη πλάθουν μια δική τους αλήθεια, χορεύουν ανάμεσα μας. Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος σαν άλλος ζωγράφος δίνει στο κείμενο χρώμα, υπόσταση, πνοή! Χάρη σ’ εκείνον, ακόμη και η παραμικρή παύση ήταν τόσο προσεκτικά τοποθετημένη που αρκούσε για να ριγήσει ο θεατής. Η προσωπική του δε επιλογή για το κλείσιμο της σκηνής ήταν πραγματικά προϊόν θείας έμπνευσης. Ένιωσα μια ψύχρα, ξαφνικά, λες κι άλλαξε απότομα η θερμοκρασία!

Η Δώρα Θωμοπούλου επάξια αρωγός στις συναισθηματικές εναλλαγές της Αρετής. Και η Μαίρη Σταυρακέλλη… φαντάζει ο μαέστρος της σκηνής. Ο άνθρωπος που φόρεσε τη Donna Abbandonata, αυτό το καλοραμμένο κουστούμι, τόσο επιδέξια που ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλες για τη θλίψη στα μάτια της, τον σωματικό της πόνο, την πληγωμένη της ψυχή. Πότε με τρεμάμενη φωνή πότε με στεντόρειο γέλιο έκανε τον θεατή να κρέμεται από τα χείλη της και λαίμαργα να λαχταρά ν’ ακούσει το δράμα της, να ξεκλειδώσει την αλήθεια πίσω από τα άλλοτε ηχηρά και άλλοτε σιωπηρά της ξεσπάσματα και να μάθει πώς έφτασε έως εδώ. Η πολυδιάσπαση ερμηνεία της αρκούσε για να προκαλέσει κραδασμούς σε σκηνή και θεατές. Στην τελευταία της πράξη, με σχεδόν ευλαβικό τρόπο, «αγκάλιασε» τη σκηνή και τότε ήταν που μέσα στη σιωπή, έσβησαν τα φώτα και η Μαίρη/ Αρετή σίγησε.

Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτήν την ερημιά που ένιωσα…είχα γίνει ένα με την Αρετή, προσπάθησα στην αρχή να την ακούσω, να τη διερευνήσω, να την καταλάβω, να τη συμπονέσω και πάνω που συμμερίστηκα το δράμα της κι έμαθα την αλήθεια… δεν την άκουσα ποτέ ξανά!

Άννα Σιμιτσοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!