Ημερολόγιο

Μικρές ιστορίες της Λίας Καραγιαννοπούλου: 2. Χριστόφορος

Η καλλιτέχνης και συγγραφέας Λία Καραγιαννοπούλου θα παρουσιάσει στους Blog-busters μια σειρά από ιστορίες…Ο “Χριστόφορος” είναι η δεύτερη ιστορία που δημοσιεύουμε.

Ο Χριστόφορος! Μια άλλη κατηγορία ανθρώπου. Διαφορετικός. Ξεχωριστός Με μια ευγένεια παρεξηγήσιμη για την ποιότητά της και την αρρενωπότητά της. Ο μικρός τριών αγοριών που έχασαν τον πατέρα τους νωρίς. Εικοσιπέντε χρόνων η μάνα όταν έμεινε χήρα με τον Χριστόφορο μωρό ακόμα. Ναυτικός ο άντρας της. Τρία ταξίδια πρόλαβε, κι έκανε με τη Ρηνιώ και από ένα παιδί ενδιάμεσα. Στο τέταρτο πνίγηκε κι άφησε τη μικροαγορομάνα χήρα να τα βγάλει πέρα. Δεν ξανακοίταξε άλλον η Ρηνιώ παρά μόνο τ’αγόρια της τον Αρχοντή,τον Νικολή και τον Χριστόφορο και ο μικρός ο πιο ήσυχος απ’ όλους. Πιο ήσυχος κι απ’τη σιωπή. Πήρε θαρρείς τους λυγμούς της μάνας με το γάλα κι έπνιξε ο,τι κλάμα δικό του κι αν είχε. Είχε ένα πρόσωπο στρογγυλό κι άσπρο. Εκείνο το άσπρο της χλωμάδας που το τόνιζαν τα σκούρα κατσαρά του μαλλιά και τα μεγάλα μάτια του. Όμορφος ο μικρός Χριστόφορος μα ακόμα πιο όμορφος ο μεγάλος Χριστόφορος που είχε προσθέσει στο στόμα του έν’ απαλό χαμόγελο και μόνο γλυκούς λόγους. Γλυκόλαλος και ταλαντούχος ο μικρός. Της τέχνης πλάσμα και του Θεού. Ξεχωριστός κι ασύνδετος με τους δύο αδερφούς. Τρυφερός κι ευαίσθητος ο μικρός,”κλασσικά αγόρια” τα μεγάλα, της μπάλας και του κυνηγητού Φευγάτα τα μεγάλα και κοντά στη μάνα το μικρό. Δυο τρυφεράδες αγκαλιά μάνα και Χριστόφορος. Ευγενική και ταπεινή η Ρηνιώ, δίδαξε ήθος κι αγάπη στα παιδιά της. Μα ο Χριστόφορος είχε κι άλλες ευλογίες.

Τα χεράκια του από μικρά ζωγράφιζαν λουλούδια για τη μάνα, για να’ χει όλο το χρόνο στολισμένο το δωμάτιο της. Της έφτιαχνε και όμορφα ρούχα στο χαρτί κι ονειρευόταν κάποτε να της τα δώσει να τα φορέσει. Να τη δει χαρούμενη στο χρώμα. Κι όταν ζωγράφιζε ο μικρός έλεγε τραγούδια του νησιού,της Ρόδου. Του τραγουδούσε η μάνα σιγανά μην ακουστεί κιόλας πώς τραγουδά η χήρα. Και τα μαύρα ρούχα η Ρηνιώ δεν τα ‘βγαλε ποτέ, μήτε στον τάφο. Πιστή στον κύρη της από τα εικοσιπέντε μέχρι το θάνατο. Κι ο Χριστόφορος μεγάλωνε και μαζί μεγάλωναν και τα ταλέντα του στο λόγο,στη λαλιά και στη ζωγραφική. Ότι έβλεπαν τα μάτια του τα έκαναν εικόνες τα χέρια του στο χαρτί. Και όταν τραγουδούσε μπορούσαν και τα πουλιά ακόμα να σταματήσουν, το τραγούδι του ν’ακούσουν. Μα ο μικρός πήρε και την ευγένεια και την ταπεινότητα της μάνας. Αρετές για τον έφηβο Χριστόφορο μα βορρά για τα θηρία της εκμετάλλευσης. Και την τράβαγε το κορμί του την εκμετάλλευση. Στην εύρεση, αρχικά, εργασίας και στην κατοχύρωση τελικά της εργασίας. Είχε τελειώσει μια σχολή σχεδίου και μαθήτευσε και στην αγιογραφία. Εργάστηκε αρχικά σ’ ένα ατελιέ ενός μεγάλου μόδιστρου της εποχής,κι όταν κατάλαβε ότι στα σχέδιά του ο μόδιστρος έβαζε το όνομά του και όλα τα φράγκα φυσικά, πετώντας ψίχουλα στον “καλλιτέχνη”, τα βρόντηξε κι έφυγε πικραμένος και χωρίς ούτε ένα ένσημο ….!! Παράτησε και μόδιστρο και σχέδια που όταν τα είδε φορεμένα, έκλαψε. Σκέφτηκε πώς στον “οίκο του Θεού” θα είναι καλύτερα για κείνον. Θα τον προστάτευε ο “Οικοδεσπότης”. Μα όταν βάλεις την ταμπέλα στο κούτελο που λέει “προς εκμετάλλευση”…..το ζητάς από μόνος σου..ο,τι σε βρίσκει!! Κι ο Οικοδεσπότης τελικά η δεν ήξερε ότι ο οίκος ήταν δικός του η έλειπε ταξίδι για δουλειές. Κι αφού σχεδόν τελείωσε μια εκκλησιά μονάχος του,τα χρήματα που πήρε ήταν τα μισά απ’ ότι είχαν συμφωνήσει με τον αγιογράφο και μια λαμπάδα στο μπόι του ,να την ανάψει για την ευκαιρία που είχε μάλλον. Έβραζε η τέχνη μέσα του μα τα “διαόλια” πολλά εκεί έξω. Και ο,τι χρήματα κι αν μάζευε τα έκανε Λυρική,Θέατρο,κινηματογράφο, τελάρα και μπογιές. Το αγκάλιαζε από παντού το θέμα τέχνη. Το λάτρευε. Ζούσε γι αυτό και ζούσε μ’αυτό. Κι όταν έβγαινε από το σπίτι ήταν πάντα στην πένα! Μια κουστουμαρισμένη, καθαρή και μοσχοβολιστή ομορφιά ο Χριστόφορος, ενός και μόνο κουστουμιού που το’ χε όμως σαν στολίδι χριστουγιεννάτικο προσεκτικά φυλαγμένο μετά από κάθε χρήση…

Είχαν φύγει πια οι μεγάλοι αδερφοί, άνοιξαν τα δικά τους σπιτικά κι έμεινε ο μικρός μας με τη μάνα. Φρόντιζαν ο ένας τον άλλον και τους δυο η σύνταξη της χήρας. Έπαιρνε κι εκείνος κάποιες δουλειές ιδιωτικά και τα ‘βγαζαν καλά αλλά όχι τόσο για να προχωρήσει κι εκείνος παραπέρα στη ζωή. Δεν έφταναν για ένα στόμα ακόμα που θα μπορούσε να φέρει άλλο ένα. Έρωτας, οικογένεια και άντε κι ένα παιδί, έμειναν για τους καμβάδες μόνο, άντε και για έργα που πήγαινε να δει στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. Και πέρασαν τα χρόνια. Και φρόντισε τη μάνα μοναχός. Ήταν βλέπεις κι η σύνταξη που τον βοηθούσε…στο να καλυφθεί η απουσία των άλλων δυο! Τη φρόντισε τη μάνα με τόση αγάπη και στοργή, σαν το μωρό που δεν κράτησε ποτέ στα χέρια του ως καρπό ενός έρωτα μεγάλου.Κι όταν η μάνα έφυγε έμεινε μόνος να φροντίσει….να ζήσει…ήδη στα πενήντα! Μια ζωή μόνος τελικά. Ευτυχώς που ο Θεός φρόντισε από νωρίς να του χαρίσει ένα φίλο, που τον συντρόφευσε διακριτικά στην αρχή μα ενεργά στα χρόνια της δυσκολίας μετά τον θάνατο της Ρηνιώς. Ένας φίλος και καλός, που τον κράτησε σαν αδερφός και σαν πατέρας κάποιες φορές. Δεν βαρυγκόμησε ποτέ ο ευγενής Χριστόφορος. Είχε την ίδια σιωπή που έφερε μαζί του με τη γέννα του και τον λυγμό της μάνας φυλαγμένο στον κόρφο του.Κι όταν ακόμα το τραπέζι του δεν είχε φαΐ, χόρταινε μ’ ένα σταυρό μεγάλο για τ’ ό,τι ήταν γερός τουλάχιστον. Τη φοβόταν την αρρώστια. Κι όχι για την δυσκολία τη δική του μα για τη δυσκολία κάποιος να τον φροντίσει. Σκεφτόταν πάντα τους άλλους. Μην γίνει βάρος.”Μην στεναχωριέσαι βρε Χριστόφορε” του λεγε κάθε φορά ο φίλος, όταν  το “θέμα” έρχονταν εμπρός.”θα σ’αφήσω εγώ ποτέ να υποφέρεις” ή “εγώ θα σε φροντίσω φίλε μου, εγώ!”Κι έκανε τον φίλο του να κλαίει από συγκίνηση για τούτη την ευλογία σταλμένη απ’το Θεό. Αλλά τρωγόταν πάντα!! Και περνούσε ο καιρός και ο καλλιτέχνης μας τα φερνε πέρα δύσκολα ή δεν τα ‘φερνε πέρα καθόλου. Και η “συνδρομή” του φίλου του πεφτε βαριά! Και ψάξαν μερικοί ,και μίλησαν μερικοί ,κι ασχολήθηκαν και κάποιοι άλλοι με τον ξεχωριστό Χριστόφορο…να βρει μια δουλίτσα, να μπορέσει έστω και με λίγα….να ζήσει με την αξιοπρέπεια που του αναλογούσε. Ήταν και τα χρόνια που άνεργοι ήταν μόνο αυτοί που ήθελαν!! Και στο ψάξε, μίλα κάνε, βρέθηκε μια θέση θυρωρού στο Δημαρχείο της πόλης. Και να ο καλλιτέχνης μας με το μοναδικό του κουστουμάκι θυρωρός στην είσοδο του Δημαρχείου. Είχε το γραφειάκι του  κι όταν οι “διελεύσεις” ήταν αραιές, άνοιγε το μπλοκάκι του της ακουαρέλας, και άλλοτε με ξυλομπογιές κι άλλοτε με μολύβι η στυλό,ζωγράφιζε κήπους και βουνά και θάλασσες και συννεφιές κι ανατολές. Και ξεχείλισε από γλυκές κουβέντες και χαμόγελα ευγνωμοσύνης για τους ανθρώπους που τον χαιρετούσαν μπαίνοντας η βγαίνοντας. Μα και οι εργαζόμενοι του Δημαρχείου ξεχώρισαν τον Χριστόφορο. Μα και οι Δήμαρχοι οι ίδιοι (τρεις Δημάρχους άλλαξε το Δημαρχείο στη θυρωρεία του Χριστόφορου) τον ξεχώρισαν. Για την γλυκύτητα του και τις ζωγραφιές που χάρισε σ’ αρκετούς. Κάποιοι τον πλήρωσαν και κάποιοι όχι…..Δεν τον πείραξε ποτέ. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Ακόμα και στις μέρες των συμβουλίων που τον ξεχνούσαν μόνο και πεινασμένο (κάποιες φορές) στην είσοδο, χορτάτος έδειχνε .Το μόνο που σκεφτόταν ήταν μην αρρωστήσει. Κι εκείνο το πρωί,ήταν σαν όλα τα πρωινά που θα πήγαινε στη δουλειά.Ετοιμάστηκε μπήκε στο λεωφορείο και μια στάση πριν τη δική του, σηκώθηκε από το κάθισμα να πατήσει το κουδούνι της στάσης…Κι έπεσε. Έφυγε ο Χριστόφορος στα 67 του για το θυρωρείο του Παράδεισου. Και στην κηδεία του θυρωρού ο κόσμος που τον συνόδεψε, γέμιζε μια πόλη. Και τρεις Δήμαρχοι εμίλησαν γι’αυτόν μ’ επικήδειους, τον ευγενή και ταπεινό άνθρωπο. Τον ιδιαίτερο ,ξεχωριστό Χριστόφορο. Και το κέρδος της ζωής του ήταν αυτό!Δεν βάρυνε και δεν κούρασε κανέναν με αρρώστια. Έβαλε όμως ένα σπόρο αγάπης σε όποιον ακούμπησε εκείνο το απαλό χαμόγελο κι η λάμψη που είχε γύρω του ολούθε!

Λία Καραγιαννοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!