Ημερολόγιο

Μικρές ιστορίες της Λίας Καραγιαννοπούλου: 3.”Ο Παππούς”.

Έριξε μια αργή ματιά γύρω γύρω. Σιγουρεύτηκε ότι όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά, ο γενικός του ρεύματος κατεβασμένος και το νερό κλειστό επίσης. Το σπίτι σχεδόν σφραγιζόταν κι εκείνος το αποχαιρετούσε. Είχε αποφασίσει να φύγει, να τ’αφήσει όλα πίσω και να φύγει. Δεν είχε προορισμό. Μόνο την πρόθεση είχε και λίγα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί του. Άνοιξε την πόρτα, την έκλεισε πίσω του και ξεκίνησε χωρίς να κοιτάξει ξανά εκείνη την πόρτα που κάποτε άνοιξε τα όνειρά του.

Ο Νικόλας. Στα πενήντα του χρόνια θα ξεκινούσε ξανά μα χωρίς όνειρα και χωρίς σαφή προορισμό. Θα τ’  άφηνε όλα πίσω. Μάνα, φίλους, έρωτα. Τ’ άφηνε όλα πίσω και τούτη τη φορά πήγαινε να ζήσει η να πεθάνει. Είχε αποφασίσει να πάει όπου θα τον πήγαινε η ζωή. Δεν είχε πια τίποτα να χάσει γιατί τα είχε χάσει όλα! Έτσι τουλάχιστον  θεωρούσε. Η κρίση τον είχε καταστρέψει οικονομικά μα είχε επίσης καταστρέψει και το γάμο του. Δεν είχε τίποτα παρά μόνο ένα σακίδιο στην πλάτη με λιγοστά χρήματα και ρούχα. Θέλοντας να πάρει μια όμορφη ανάμνηση για τον δρόμο του ‘ρθε στο νου ο παππούς του. Ο παππούς ο Γιάννης και η κηδεία του. Άλλο και τούτο!Μια όμορφη ανάμνηση….και κηδεία; Χαμογέλασε πλατιά. Κι όμως, αυτή η κηδεία ήταν η ομορφότερη ανάμνηση όλης του της ζωής. Ο παππούς ο Γιάννης, ο πατέρας της μάνας του, ήταν ένας άνθρωπος αγαθός και τρυφερός στην απλότητα του. Μια απλότητα κι αγαθοσύνη που πέρασε σε πολλούς ως χαζομάρα! Ήταν όμως ο καλός παππούλης! Πέθανε στα 103 του χρόνια κι αυτό γιατί δεν ήθελε άλλο! Ήταν πολύς ο καιρός που είχε χάσει την αγαπημένη του γυναίκα, όλους τους φίλους του κι άρχισε να χάνει και παιδιά. Δεν ήθελε άλλο να ζήσει και ζήτησε από τον Θεό να τον πάρει. Και τον πήρε σχεδόν μια βδομάδα μετά την “αίτηση”! Και κανονίστηκε η κηδεία να γίνει στο χωριό, στη Θήβα. Και να λοιπόν παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα συμπλήρωσαν σχεδόν ένα πούλμαν κι είπαν να πάρουν και τον παππού μαζί…..στην μπαγκαζιέρα!! Και να το φέρετρο στο χώρο των αποσκευών και όλη η οικογένεια από πάνω. Σα σχολική εκδρομή όλοι μαζί, χαλαροί και σε κάποια σημεία του δρόμου ίσως και γελαστοί οι σοβαροί της οικογένειας! Θυμήθηκε πως για κάποια χιλιόμετρα υπήρξαν και κάποια τραγούδια κι αστεία μεταξύ μικρών και μεγάλων….!!

Και φτάσαν στο χωριό και κατέβηκαν όλοι. Και ο παππούς στη μπαγκαζιέρα. Και σαν πήγαν να τον βγάλουν, γύρισε το φέρετρο και να ο παππούς φευγάτος για τον δρόμο! Μια ζωή φευγάτος ο παππούλης μας! Πανικός και ίσα που πρόλαβαν να κρατήσουν τον νεκρό μα και τα γέλια των παιδιών!! Τι να κρατήσουν δηλαδή; Οι περισσότεροι είχαν “μαυρίσει” από τα γέλια και θα γελούσαν για πολύ καιρό ακόμα με το σκηνικό. Ο καλός του παππούς. Δεν θρήνησε κανείς. Ήταν στο σπίτι του και όλη τη νύχτα πριν την κηδεία και τον διάβασαν όλοι, περνώντας ένας ένας, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και συγγενείς. Τον διάβασαν όλοι! Κι όταν ήρθε η ώρα να τον πάνε στην εκκλησία πάλι όλοι μαζί τον πήγαν. Τον σήκωσαν τα παιδιά και τον συνόδεψαν παιδιά κι εγγόνια και δισέγγονα  με τον Σταυρό. Εξαπτέρυγα, θυμιατά και κεράκια. Πομπή μεγάλη ο παππούλης. Και από ένα φιλί τρυφερό απ’ όλους για κατευόδιο! Ναι αυτή ήταν η πιο όμορφη ανάμνησή του. Μια οικογένεια κι ένας παππούς που τους ένωσε κάνοντας ένα “φευγιό” χαρά!

Πόσο μόνος ένιωθε! Και το δικό του το φευγιό δεν συνοδεύεται  με κανενός το “ώρα καλή”. Κανενός το φιλί δεν του δίνει ούτε ώθηση αλλά κι ούτε ένα λόγο να κοιτάξει πίσω η να επιστρέψει. Δεν ενημέρωσε και κανέναν. Ούτε τη μάνα φυσικά. Είναι μαχαιριά το δάκρυ της μάνας και ειδικά στο φευγιό. Δεν θα το άντεχε και αυτό. Και η Ειρήνη,η γυναίκα του ήταν πια πρώην και αδιάφορη για την όποια επιπλέον καταστροφή του. Θεωρούσε πως εκείνη ήταν η τελευταία του ευκαιρία και από τη στιγμή που τον χώρισε δεν είχε καμιά ελπίδα για τίποτα. Πόσα πολλά είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλον αλλά δεν ήταν η κρίση και οι αναποδιές που τεμάχισαν το ένα σε δύο. Ήταν η οικογένεια που δεν έφτιαξαν γιατί θεώρησαν πώς η οικογένεια είναι οι δύο με παιδί. Κανείς τους δεν είχε δει πώς ήταν ήδη οικογένεια οι δυο τους αλλά….τελικά δεν ήταν! Και τους φίλους τους άφησε απ’ έξω από τούτο το ταξίδι. Ήξερε πώς θα προσπαθούσαν να τον κρατήσουν. Είχε φίλους ο Νικόλας μα δεν ήταν ούτε αυτό αρκετό για την απόφαση να την κάνει.Δεν ήθελε να γίνει βάρος σε κανένα με τις αδυναμίες του.

Απλά θα έφευγε και δεν θα γύριζε να δει τίποτα από αυτά που μπορεί να άφηνε πίσω. Ένα σαρκίο κι ένα εγωισμό μπορούσε να τα σηκώσει. Τον οίκτο η την “βαριά” αγάπη δεν μπορούσε ούτε να τα ακουμπήσει σαν φορτίο. Ήταν μόνος του και η μόνη υποχρέωση που είχε ήταν ο εαυτός του.Και ήταν αυτός ο δρόμος του. Να ζήσει η να πεθάνει. Αν και το πιο πιθανό ήταν το δεύτερο! Είχε ήδη σουρουπώσει κι εκείνος περιπλανιόταν ακόμα χωρίς καν να ξέρει η να δίνει σημασία προς τα πού περπατούσε. Ένιωθε ήδη κουρασμένος και η συνέχεια του φάνηκε άνευ ουσίας τελικά. Δεν θα μπορούσε να ζήσει έτσι. Κι όταν αποφάσισε να δει πού βρισκόταν, ήταν ήδη στη γέφυρα του τραίνου. Ένα σάλτο ήταν όλο κι όλο. Θα ησύχαζε επιτέλους. Ναι αυτό είναι σκέφτηκε. “Αυτό είναι” είπε φωναχτά σχεδόν. “Να τελειώνεις Νικόλα” είπε στον εαυτό του και γύρισε να δει στο ηλεκτρονικό καντράν σε πόση ώρα θα  ερχόταν το τραίνο…να ετοιμαστεί για το ραντεβού.”Νικόλα!” άκουσε μια φωνή “Νικόλα” και γύρισε να δει από πού ερχόταν. Ο παππούς! Ο Παππούς τον φώναζε από την προβλήτα!!”Παππού. Παππούλη μου” φώναξε δυνατά”Nικόλα!” “Νικόλα. Ξύπνα ! Ξύπνα αγάπη μου. Με τι παλεύεις τόση ώρα και βογκάς;”. Πετάχτηκε σαστισμένος κοιτώντας προς την μεριά που ένα χέρι τον σκουντούσε. Ήταν στο κρεβάτι του και δίπλα του η  Ειρήνη..η γυναίκα του!! Την κοίταζε σαν χαμένος κι όταν του χάιδεψε το πρόσωπο κοιτώντας τον με τρυφερότητα κατάλαβε. Όνειρο ήταν! Όνειρο γύρισε και την πήρε αγκαλιά σφίγγοντας την σαν να προσπαθούσε να βγάλει χυμούς από τούτο το αγκάλιασμα. Άρχισε να τη φιλά σαν τρελός που άρχισε να την πονά. Κι όταν άκουσε από το άλλο δωμάτιο “Μαμά!! Τι κάνει ο μπαμπάς και σε πονάει;” Πετάχτηκε  κι έτρεξε να πάρει το παιδί του αγκαλιά, να το φιλήσει κι αυτό. Όνειρο ήταν ! Όνειρο. Κι ήταν ο παππούς του που ήρθε να τον δει. Ήρθε να του πει για τη χαρά της ζωής μα και του θανάτου όταν έχεις ζήσει μια ζωή. Ήρθε να του πει πως όταν έχεις ζήσει ακόμα κι όταν πολλά έχουν χαθεί, μια μπαγκαζιέρα ενός λεωφορείου που στα καθίσματα κάθονται αγαπημένοι  είναι η καλύτερη θέση για την “εκδρομή” .

Λία Καραγιαννοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!