Ημερολόγιο

Μικρές ιστορίες της Λίας Καραγιαννοπούλου : 1.”Σπύρος”.

Η καλλιτέχνης και συγγραφέας Λία Καραγιαννοπούλου θα παρουσιάσει στους Blog-busters μια σειρά από ιστορίες…Ο “Σπύρος” είναι η πρώτη ιστορία που δημοσιεύουμε.


Πώς βρέθηκε καθισμένος στο παγκάκι ούτε που θυμόταν! Σαν να τον «πέταξε» ο Θεός η κι ο διάβολος ακόμα..εκεί. Αλλά πού ήταν το εκεί; Καθόταν σ’ ένα τσιμεντένιο παγκάκι κι είχε εμπρός του τη θάλασσα. Έστριψε το σώμα του προς τα αριστερά κι άρχισε να κοιτά γυρνώντας το σιγά σιγά τριγύρω. Γνώριμο το τοπίο…Άρχισαν οι εικόνες να γίνονται καθαρές και οικείες. Δεξιά του το Πασαλιμάνι, στο βάθος λίγο πιο αριστερά η Πειραϊκή, μπροστά του η θάλασσα κι αριστερά η Καστέλα. Ήταν εκεί που πήγαινε σχεδόν κάθε φορά που ήθελε να καθαρίσει την ψυχή του και το μυαλό του και τά άπλωνε στη θάλασσα. Πολλές φορές έβαζε και από ένα «θεματάκι του» σε κάθε ένα από τα εκπαιδευτικά βαρκάκια του Ιστιοπλοϊκού ομίλου που έβγαιναν στη θάλασσα εμπρός του και τα αρμένιζε μαζί τους. Πίστευε πώς έτσι γίνονταν πιο ελαφριά τα «βαριά» και λογικό βέβαια. Έπρεπε και τα βαρκάκια να αντέχουν το επιπλέον φορτίο. Ήταν ένα παιχνίδι που είχε φτιάξει με το μυαλό του. Μοίραζε τα όποια προβλήματα σε βαρκάκια και τα άφηνε αφού έβαζε στο κάθε βαρκάκι κάτι που να ξεχωρίζει το ένα από το άλλο. Έτσι, αφού μοίραζε ο,τι είχε να μοιράσει, περίμενε να δει ποιο βαρκάκι έβγαινε πρώτο στ’ ανοιχτά, ποιο δεύτερο ποιο τρίτο….. κι έτσι σημείωνε τις προτεραιότητες για τις λύσεις.

Παρατηρούσε όσο μπορούσε και τις αντιδράσεις που είχε το κάθε βαρκάκι στη ρότα του. Πώς λικνιζόταν, πώς έστριβε, αν έκανε ελιγμούς ,αν επιβράδυνε η αν φορτσάριζε… Τού ‘δινε όλο αυτό το πέρα δώθε τη βοήθεια που χρειαζόταν για τις όποιες λύσεις ή του άνοιγε τουλάχιστον τους ορίζοντες να βρει ό,τι έψαχνε. Υπήρχαν και φορές που κάτι που θεωρούσε πώς δεν το αντέχει άλλο, «το ‘ριχνε» στο πρώτο καράβι που θα περνούσε στ’ ανοιχτά βγαίνοντας από το λιμάνι του Πειραιά….να φύγει. Βγαίνοντας πάντα! Ποτέ σε καράβι που γύριζε. Δεν ήθελε το «πρόβλημα» να βρει δρόμο και να γυρίσει…Το ήθελε ναυαγό και ξεχασμένο ή στον πάτο της θάλασσας.

Και τώρα ήταν στο ίδιο σημείο. Στην πλατεία Αλεξάνδρας,στο παγκάκι του. Αλλά πώς βρέθηκε εκεί; Πότε ήρθε; Πώς; Γύρισε μια γύρα το κεφάλι του να δει μήπως ήταν με κάποιον γνωστό του κι απλά αφαιρέθηκε κοιτώντας τη θάλασσα,που σήμερα δεν είχε ούτε ένα βαρκάκι για παρέα.Τίποτα. Κανείς που να αναγνωρίζει. Τι να αγνωρίζει δηλαδή; Ολομόναχος ήταν στην πλατεία. Και ήταν σούρουπο…; ή μήπως ήταν ξημέρωμα; Κάποια λεπτά της ημέρας σε μπερδεύουν …..και δεν φορούσε και ρολόι για να δει αλλά κι ούτε κανείς να ρωτήσει. Αλλά και τι να ρωτήσει; Αν είναι πρωί η απόγευμα; ‘Η το πως βρέθηκε εκεί; Πολλά τα ερωτήματα…κι ούτε ένα βαρκάκι.Θα ξεκινούσε όμως με το βασικό. Είσαι ο και λέγεσαι……Σπύρος…ετών ….; Πόσο ήταν αλήθεια;”να ζήσεις Σπυράκο και χρόνια πολλά….!! “Μα ναι ! 55 ….σήμερα, χτες δηλαδή έκλεισε τα 55! Άρχισε να επανέρχεται στο τώρα. Ήταν κοντά στα ξημερώματα. Εχτές είχε γενέθλια και είχε γλέντι.Το γλέντησε με φίλους,καμιά 20αριά!! “Να ζήσεις Σπυράκο και χρόνια πολλά….!!” Ακόμα αντηχούσε το τραγουδάκι στ’ αφτιά του.Θυμόταν και πρίν λίγο ήταν ευτυχής ,ανάμεσα σε φίλους και στην αγάπη που έφεραν μαζί τους. Ήξερε πως όλοι αυτοί που τον συνόδευσαν στο γλέντι τον αγαπούσαν μα κι εκείνος. Είχε πάντα φίλους και ήταν αγαπητός.κι απόψε,τελειώνοντας το “πανηγύρι” πήρε ο,τι έπαιρνε τα τελευταία 15 χρονιά γυρνώντας στο σπίτι.Πήρε τη μοναξιά του.

Ήταν μόνος ο Σπύρος πολλά χρόνια τώρα.Δεν κατάλαβε πώς πέρασαν αλήθεια 15 χρόνια μετά την τελευταία σχέση του. Πίστευε πώς με την Φανή θα ήταν αλλιώς. Αγαπιόντουσαν…..Μα όμως εξελίχθηκαν τα πράγματα,η αγάπη από μόνη της δεν φτάνει. Δεν ήθελε απόψε να γυρίσει στο σπίτι. Κι ήρθε εκεί που ερχόταν πάντα σχεδόν όταν ήθελε να “καθαρίσει” το μυαλό του.Πλατεία Αλεξάνδρας,στο πέτρινο παγκάκι που βλέπει στη θάλασσα.Δεν είχε βαρκάκια… Ήταν πολύ νωρίς “μα σ’αγαπάω!”,”Δεν φτάνει Σπύρο μου. Δεν φτάνει!” του είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Ήρθε μπροστά του η στιγμή που η Φανή τον άφησε κι έφυγε.Και τα τελευταία λόγια που αντάλλαξαν. 15 χρόνια πριν! Έκλεινε τα 40 του ….. και την άφησε να φύγει. Και τότε στο ίδιο σημείο είχε έρθει,στο πέτρινο παγκάκι. Έρχεται να κλάψει. Γι αυτό έρχεται. Κι έρχεται πάντα στα γενέθλιά του. Γι αυτό ήταν κι απόψε εκεί. Για να ρίχνει τα δάκρυα του στη θάλασσα,να τα ενώνει μαζί της κι όχι για τον χωρισμό του. Όχι ,όχι το κλάμα κι ο θρήνος τελικά τον φόβο του αφορούσε, τη δειλία του. Ήδη στα 55 του κι ένοιωθε ακόμα φοβισμένος. Κι αν τον έβλεπες! Έναν άντρα όμορφο και σίγουρο για τον εαυτό του και τη ζωή. Έβγαζε καλά χρήματα και είχε γενικά τον τρόπο του για να ναι αυτό που λέμε ζηλευτός !Θα πρεπε να ναι ευτυχής! Θα πρεπε. Κι όμως δεν ήταν. Και μετά τη Φανή καμιά γυναίκα δεν “στέριωσε” μαζί του. Μόλις τα πράγματα πήγαιναν να γίνουν λίγο πιο σοβαρά με κάποια, την έκανε με ελαφριά!! Φοβόταν. Κι αυτός ο φόβος τον ακολούθησε απ’ όταν ο πατέρας έφυγε από το σπίτι και τους άφησε μόνους με τη μητέρα του. Κι είδε τη μάνα του, τρυφερούδι ακόμα,στα δώδεκα σχεδόν,να κλαίει και να βυθίζεται σ’ένα πένθος για τη ζωή της που δεν μπορούσε να το καταλάβει. Ήταν όμορφη η μάνα του και δούλεψε πολύ για να βγάλει πέρα.Μα σ’ αυτήν τη διαδρομή ξέχασε τη γυναίκα. Παραιτήθηκε απ’ όλες τις χαρές εκτός από τη μία. Τον γιο της. Τον Σπύρο της. Μα και ο Σπύρος της την αγαπούσε πολύ και πληγωνόταν σαν την έβλεπε να κλαίει όταν εκείνη πίστευε πώς δεν…Δεν θα το κανε αυτό ποτέ, σε καμιά γυναίκα. Ορκίστηκε θαρρώ. Κι όταν ορκίζεσαι μικρός, τούτος ο όρκος σε κυνηγάει πάντα ζητώντας την εκπλήρωσή του. Ορκίστηκε λοιπόν ο Σπύρος να μην γίνει ποτέ σαν τον πατέρα του. Και τούτος ο όρκος τον κράτησε μακρυά από γάμο και παιδιά. Και τη Φανή την αγάπησε όσο καμιά. Ακόμα την αγαπούσε. Και ο φόβος του την άφησε να φύγει. Δεν της άφησε καν το περιθώριο να εκπληρώσει τον όρκο του, μαζί της. Δειλός! Αυτό ήταν. Ένας δειλός που ζει μόνος κι έρχεται σ’ ένα πέτρινο παγκάκι δίπλα στη θάλασσα.

Περιμένει ένα καράβι στα βαθιά για να το βάλει πάνω τούτο το βάρος. Για να το διώξει. Για να το στείλει μακριά. Έτσι κι απόψε.Πιστός στο ραντεβού της θλίψης.Σκούπισε τα μάτια του,έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του ,αυτό που κάνουν μερικοί για να διώξουν τις σκέψεις, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε να σηκωθεί.”Μόνο το σ’αγαπώ δεν φτάνει” άκουσε πίσω του μία φωνή να λέει: “Φανούλα;” ψιθύρισε σχεδόν με τρόμο για τα παιχνίδια του μυαλού. “Χρόνια πολλά σου Σπύρο μου” ξανάπε κι ένοιωσε το χέρι της φωνής να ακουμπά στον ώμο του. Σηκώθηκε αργά κρατώντας κείνο το χέρι απαλά και γύρισε να δει.”Ευχαριστώ Φανούλα” είπε σιγανά “θα με κεράσεις ένα καφέ” είπε γλυκά “ή είναι πολύ αργά για σένα”.”Όχι, Φανούλα” της αποκρίθηκε “δεν είναι πολύ αργά ,μα κάτι άλλο σκέφτηκα Να σε κεράσω μια ζωή;” Είχε μόλις περάσει το πρώτο βαπόρι στα βαθιά και είχε πάρει ένα φόβο.

Λία Καραγιαννοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!